ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΕΕ
Αθήνα, 25 Φεβρουαρίου 2002
ΟΜΙΛΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΟΠΗ ΠΙΤΑΣ ΤΟΥ ΤΕΕ
Κυρίες και Κύριοι,
Αγαπητοί συνάδελφοι,
Κατ’ έτος και κατ’ έθιμο η κοπή της πίτας του επιστημονικού μας Οργανισμού συνοδεύεται από την εκφώνηση λόγων, που επέχουν θέση απολογισμού και «προγραμματικών δηλώσεων».
Επειδή, όπως δήλωσα από την πρώτη ημέρα της εκλογής μου, δεν θεωρώ ότι ερχόμαστε ως ανατροπείς, αλλά ως συνεχιστές όλων των θετικών πλευρών ενός έργου και μιας γραμμής την οποία επί σειρά ετών τήρησε το ΤΕΕ στα περισσότερα των ζητημάτων, ξεκαθαρίζω, ότι δεν σκοπεύουμε να ανατρέψουμε ούτε την ενταγμένη στο τελετουργικό της ημέρας τάξη. Κάντε, λοιπόν, υπομονή.
Βεβαίως, ως προς το απολογιστικό μέρος, έχω την αίσθηση ότι δικαιούμαι να σας απαλλάξω, γιατί ανέλαβα την Προεδρία του ΤΕΕ μόλις πριν δύο εβδομάδες.
Ως προς τις «προγραμματικές δηλώσεις», θα μπορούσα, επίσης, να επικαλεσθώ το βραχυχρόνιο της Προεδρίας μου και να ζητήσω ευλόγως μια προθεσμία, απαλλασσόμενος από την βάσανο να προδιαγράφεις και αυτοδεσμεύεσαι – ταυτόχρονα, απαλλάσσοντας και εσάς από το άκουσμα των αναπόφευκτων σ’ αυτές τις περιπτώσεις «θα». Πλην, όμως, η μακρά θητεία μου στην Προεδρία του Περιφερειακού Τμήματος Ανατολικής Μακεδονίας (μακρύτερη και από αυτή του Κώστα Λιάσκα στην κεντρική διοίκηση) δεν μου το επιτρέπει, καθόσον υπάρχει και η γνώση και η εμπειρία περί των θεμάτων που απασχολούν τους μηχανικούς, την ανάπτυξη της χώρας, αλλά και όλων όσων διαμορφώνουν το περιβάλλον εντός του οποίου ως πολίτες παραγωγοί δραστηριοποιούμεθα.
Αγαπητοί φίλοι,
Πριν απ’ οτιδήποτε άλλο, θέλω να αναφερθώ στα εσωτερικά μας.
Κανείς, ασφαλώς, δεν αισθάνεται υπερήφανος για το γεγονός ότι χρειάστηκαν 15 μήνες από την καθολική ψηφοφορία της 26ης Νοεμβρίου 2000, για να συγκροτηθούν σε σώμα τα κεντρικά όργανα διοίκησης του ΤΕΕ. Και ιδίως για τα όσα συνέβησαν στη διάρκεια αυτής της μακράς περιόδου.
Είναι προφανές ότι η παρούσα διοίκηση, λαμβάνοντας υπόψη ότι και για τη συγκρότηση της προηγούμενης διοίκησης χρειάστηκαν περίπου 8 μήνες, οφείλει να εργαστεί εντατικά, ώστε να αποτρέψει επανάληψη τέτοιων φαινομένων στο μέλλον. Φαινομένων που οδηγούν σε απαξιωτικές αντιλήψεις για τον επιστημονικό και κοινωνικό μας Οργανισμό, ακόμη και μεταξύ των μελών μας, ιδίως των νέων.
Οι σκέψεις αυτές – σκέψεις και της πλειοψηφίας των μηχανικών – δεν εμφορούνται από συντεχνιακής αφετηρίας αντιλήψεις.
Το Τεχνικό Επιμελητήριο ιδρύθηκε πριν 80 χρόνια – τον επόμενο χρόνο θα γιορτάσουμε τα 80χρονά του και ελπίζω αυτό να γίνει, με τη βοήθεια όλων, σε ένα ουσιαστικά και τυπικά αναγεννητικό κλίμα – με σκοπό να προωθήσει την επιστήμη, να προασπίσει τα συμφέροντα των πολιτών, να υπηρετήσει την ανάπτυξη της χώρας.
Οι στόχοι εκείνοι διατηρούν στο ακέραιο την επικαιρότητά τους. Φορτισμένοι, μάλιστα, υπό το κράτος των εξελίξεων σε τοπικό (εθνικό με άλλα λόγια) και ευρύτερο (διεθνές) πεδίο, οι στόχοι μας καθίστανται περισσότερο επείγοντες. Οφείλουμε κατά συνέπεια - άλλωστε γι’ αυτό μας επέλεξαν οι συνάδελφοί μας - να ανταποκριθούμε κατά τον καλύτερο τρόπο σ’ αυτή τη μεγάλη πρόκληση. Αφήνοντας τα μικρά, που ενίοτε μας χωρίζουν και καταπιανόμενοι με τα μεγάλα, που αναντίρρητα μας ενώνουν.
Υπ’ αυτό το πρίσμα βλέπω τα αμέσως επόμενα βήματά μας ως νέα διοίκηση του ΤΕΕ, που είναι:
Πρώτον. Η άμεση προώθηση της αλλαγής του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την εκλογική διαδικασία στο ΤΕΕ. Η Αντιπροσωπεία του ΤΕΕ και όλες οι διοικήσεις των Περιφερειακών Τμημάτων θα κληθούν στον ταχύτερο δυνατό χρόνο, να διαμορφώσουν την πρόταση που θα υποβληθεί για νομοθετική κατοχύρωση. Η υπουργός ΠΕΧΩΔΕ κ. Βάσω Παπανδρέου, στην πρώτη μας, προ ημερών, συνάντησή μας, υποσχέθηκε ότι θα παράσχει σ’ αυτή την κατεύθυνση κάθε βοήθεια, όπως απαιτεί ο νόμος.
Δεύτερον. Η αναθεώρηση του τρόπου λειτουργίας του ΤΕΕ. Σ’ αυτή την κατεύθυνση έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό μια προσπάθεια. Θα την ενισχύσουμε και προωθήσουμε άμεσα, δίνοντας έμφαση στη διαμόρφωση συνθηκών που θα ανταποκρίνονται στις σύγχρονες συνθήκες και απαιτήσεις που επιβάλουν από τη μια οι συνθήκες εργασίας των μηχανικών, από την άλλη οι εξελίξεις της τεχνολογίας. Το ΤΕΕ οφείλει – και μπορεί πλέον – να παρέχει προς τους μηχανικούς υπηρεσίες οι οποίες θα ελαχιστοποιούν το χρόνο απασχόλησής τους με τα τυπικά, πλην όμως καθημερινά και αντίστοιχα θα αυξάνουν το χρόνο για την ενασχόληση με τα ουσιαστικά. Η Τράπεζα Πληροφοριών του ΤΕΕ είναι η βάση που θα στηριχτούμε. Η διασύνδεσή της με τις Δημόσιες Υπηρεσίες είναι ο άμεσος στόχος και προς αυτή την κατεύθυνση θα κληθεί σύντομα η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΧΩΔΕ να μας συντρέξει. Άλλωστε, ο στόχος μας, είναι και δικός της στόχος, όπως μας έχει διαβεβαιώσει εσχάτως με ομιλίες της.
Τρίτον. Η οργάνωση, σε μια καλύτερη βάση και ο εμπλουτισμός της Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης. Το ΤΕΕ διαθέτει το ΙΕΚΕΜ, χρειάζεται ωστόσο να τεθεί η λειτουργία του επί μιας ριζικά διαφορετικής βάσης, που θα εξυπηρετεί τους μηχανικούς, αλλά και ευρύτερα την παραγωγή έργων στη χώρα μας. Ταυτόχρονα, οι επιστημονικές ομάδες, οφείλουμε να καταστούν και επιστημονικές και ομάδες, που θα προωθούν διαρκώς τη σύγχρονη επιστημονική γνώση.
Καλώ, λοιπόν, όλους σας να συστρατευθείτε στην προσπάθεια μετεξέλιξης του Οργανισμού μας, έτσι ώστε να επιτελεί και στο μέλλον, με επιστημονική επάρκεια και κοινωνική συνέπεια, το ρόλο του ως Τεχνικού Συμβούλου της Πολιτείας και του Λαού μας.
Προς αυτή την κατεύθυνση, δεν σας κρύβω, αισιοδοξώ. Πηγή αυτής της αισιοδοξίας είναι η στάση της συντριπτικής πλειοψηφίας των μελών του ΤΕΕ – και ειδικότερα των μελών της Αντιπροσωπείας – τα οποία κατά την πρόσφατη ψηφοφορία έδειξαν ότι ξεπερνούν, όταν χρειάζεται, τις νοητές διαχωριστικές γραμμές, προκειμένου να υπάρξουν λύσεις που θα εξυπηρετούν το σύνολο.
Ως εδώ, όμως, η αισιοδοξία. Για όλα τα υπόλοιπα επικρατεί ο σκεπτικισμός.
Κυρίες και Κύριοι,
Η Παγκόσμια Οικονομία διανύει περίοδο ύφεσης και τα προβλήματα, δεν υπάρχει αμφιβολία, επιδεινώθηκαν από το τρομοκρατικό κτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Ένα γεγονός που έβαλε τέλος σε μια μακρά περίοδο εφησυχασμού και μακαριότητας, καθώς, ακόμη και το απίθανο, το κατέστησε πιθανό.
Το αίσθημα ανασφάλειας που διακατέχει σήμερα τον παγκόσμιο πληθυσμό, θα επιδράσει αρνητικά (το ζούμε άλλωστε ήδη) σε όλες τις εκφάνσεις της ατομικής και συλλογικής δράσης. Το κλίμα, διεθνώς, είναι εξόχως αρνητικό.
Η χώρα μας, σ’ αυτή την ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία, ευτύχησε να βρίσκεται εντός της ζώνης της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Να έχει συνδέσει την πορεία της με άλλα 11 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα κράτη του Ευρώ. Παράλληλα να διαθέτει, αυτή την περίοδο, το πλεονέκτημα της αξιοποίησης των ιδιαίτερα αυξημένων πιστώσεων που προβλέπονται από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, μας προσφέρει ένα πολύ σημαντικό πλεονέκτημα, στην προσπάθεια για ανάπτυξη και ταυτόχρονα σμίκρυνση του χάσματος που υφίσταται σε σχέση με τις αναπτυγμένες χώρες.
Τα πλεονεκτήματα, όμως, δικαιώνονται ως τέτοια μόνο όταν τα αξιοποιείς. Σε κάθε άλλη περίπτωση, αυτομάτως και κατηγορηματικώς, μετατρέπονται σε «χαμένες ευκαιρίες». Και δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από μια χώρα και έναν Λαό που καταμετρά τις «χαμένες ευκαιρίες» του.
Όλοι, ανεξάρτητα από ποιά θέση κατέχει ή από ποια πλευρά του λόφου βρίσκεται ο καθένας, διακατεχόμαστε αυτή την περίοδο από το φόβο, να μετρήσουμε απώλειες έναντι αυτού – που επίσης όλοι – ονομάσαμε ως την «τελευταία μεγάλη ευκαιρία».
Το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης στην υλοποίησή του, είναι κοινός τόπος, συναντά πολλά και καθοριστικά προβλήματα. Και είναι αυτά που απειλούν στο τέλος – όταν θα κάνουμε τον αναπόφευκτο ισολογισμό – να οδηγηθούμε στην διαπίστωση ότι μας έδωσαν πολλά, αλλά δεν σταθήκαμε ικανοί να τα πάρουμε και κυρίως να τα μετατρέψουμε σε όλα εκείνα τα έργα και τις δράσεις που είχαμε και έχουμε ανάγκη, ώστε να στηρίξουμε την παραπέρα μεγέθυνση της οικονομίας και την ευημερία του Λαού μας.
Τα επόμενα πέντε χρόνια, για να μην χαθεί ούτε ένα Ευρώ από τα κοινοτικά κονδύλια του Γ΄ Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης και για να ολοκληρωθούν εγκαίρως τα Ολυμπιακά έργα, πρέπει να απορροφώνται ημερησίως 10 δισεκατομμύρια δραχμές (περίπου 29 εκατομμύρια Ευρώ). Ποσά χωρίς προηγούμενο στην ελληνική μας πραγματικότητα.
Ποσά, ωστόσο, που δεν δίνονται χωρίς δεσμεύσεις. Και αυτές είναι και πολλές και εξίσου πρωτοφανείς για την ελληνική μας πραγματικότητα. Δυστυχώς κάποιοι – και δεν είναι οι λίγοι – δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι οι «καιροί» έχουν αλλάξει. Οι «νόρμες» της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτάσσουν, πλέον, τα έργα να εκτελούνται σε συγκεκριμένο χρόνο (κατά φάσεις και στο σύνολό τους) και στα όρια του συγκεκριμένου προϋπολογισμού (επίσης κατά φάσεις και στο σύνολό τους). Επιβάλλουν επίσης, άρτια μελέτη και συστηματική επίβλεψη και όλα αυτά υπό καθεστώς ασφυκτικών ελέγχων.
Είναι καιρός, λοιπόν, να συνειδητοποιηθούν οι νέοι κανόνες, να ενδώσουμε στην αλλαγή «ηθών και συνηθειών» που επί δεκαετίες είχαν επικρατήσει στην αγορά εργασίας μας, εάν δεν θέλουμε, να βρισκόμαστε με συχνότητα στο μέλλον, απέναντι σε κοινοτικές παρεμβάσεις αντίστοιχες με το Κτηματολόγιο (παρά το γεγονός ότι υπήρχαν στην περίπτωση του βάσιμες αντικειμενικές αιτιολογήσεις), ή με τα έργα της ΕΡΓΟΣΕ κλπ.
«Το “κοινοτικό κατεστημένο” έχει παίξει πονηρό παιχνίδι: μας έδωσε πολλά Ευρώ, αλλά μας έστησε και μηχανισμούς για να μην τα απορροφήσουμε όλα» έγραφε πρόσφατα ο δημοσιογράφος κ. Γιώργος Ρωμαίος, που ως άλλοτε Ευρωβουλευτής και υπουργός κάτι περισσότερο γνωρίζει, για να καταλήξει στο γραπτό του με το ερωτηματικό: «Θα τους περάσει;».
Φοβάμαι πώς θα τους περάσει σε σημαντικό βαθμό. Και σ’ αυτό το σημείο επιδιώκουμε να επαναφέρουμε στο «τραπέζι της συζήτησής» μας το μείζον θέμα της Δημόσιας Διοίκησης.
Κρατάει χρόνια αυτή η συζήτηση, ενδεχομένως να ισχυριστούν πολλοί.
Δυστυχώς, θα απαντήσουμε, η συζήτηση αυτή – η τόσο καίρια – ουδέποτε άνοιξε πραγματικά και κυρίως ουδέποτε μπήκε στο δρόμο των αποφάσεων για το καλό όλων.
Το Τεχνικό Επιμελητήριο, επιμόνως, από την εποχή του Α΄ Κοινοτικού Πλαισίου και περισσότερο εμφατικά από την εποχή του Β΄ Κοινοτικού Πλαισίου, είχε θέσει το θέμα της Δημόσιας Διοίκησης ως «το μεγαλύτερο από τα μεγάλα έργα» που οφείλαμε να προωθήσουμε στη χώρα μας.
Είχαμε τονίσει ότι το ρυθμό προόδου δεν τον δίνει μια κυβέρνηση, αλλά ο κρατικός μηχανισμός που καλείται να στηρίξει τις πολιτικές επιλογές της κάθε κυβέρνησης, ή στις ημέρες μας και σε μια σειρά από σημαντικούς τομείς, τις επιλογές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Είχαμε ζητήσει τότε να ενισχυθεί σε δυναμικό η Δημόσια Διοίκηση, να στηριχτούν οικονομικά τα στελέχη της, να αξιοποιηθεί η επιστημονική τους γνώση, να υποστηριχτεί το κύρος τους.
Αντ’ αυτού, η Δημόσια Διοίκηση της χώρας τέθηκε στη γωνία, απαξιώθηκε και απο-στελεχώθηκε, για να χρησιμοποιηθούν στη συνέχεια αυτά τα συμπτώματα ως «άλλοθι» στην αναζήτηση υποκατάστατων. Προσφύγαμε, μετά μανίας θα πω, στους λογής συμβούλους και managers – συχνότατα αμφιβόλου επιστημονικής γνώσης και επάρκειας – δημιουργώντας μια «δημόσια διοίκηση» παράλληλη, πλην όμως έξω από τη Δημόσια Διοίκηση, παρανοώντας (ηθελημένα;) την άποψη-απαίτηση για «λιγότερο κράτος» και αγνοώντας την υπόδειξη του ΤΕΕ ότι το υποκατάστατο δεν μπορεί να είναι άλλο από «το καλύτερο κράτος».
Και επειδή συμβαίνει να διαθέτουμε μνήμη, θα σταθώ στο γεγονός ότι ο ίδιος άνθρωπος, ο οποίος το 1995 υποστήριζε ότι «η λύση της παράλληλης δημόσιας διοίκησης θα έδινε διέξοδο σε όλα», το 1999 υποστήριζε ότι αυτό που χρειαζόταν η χώρα μας ήταν «μια μεγάλη διοικητική επανάσταση» και προχωρώντας ακόμη πιο πέρα υπογράμμιζε ότι «η επιτυχία της οικονομίας είναι η βάση, δεν είναι όμως και το τέρμα της προσπάθειας. Για να φανούν τα αποτελέσματα θα πρέπει το μέσον, που είναι κυρίως η διοίκηση, να αναβαθμιστεί και εκεί χρειάζονται μεγάλες τομές, ρήξεις».
Οι ρήξεις δεν αποτολμήθηκαν φυσικά, το ρήγμα μεγάλωσε, κινδυνεύει να βρεθεί εντός αυτού η γενικότερη και χρηματοδοτούμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας.
Αγαπητοί φίλοι,
Το ξεστράτισμα από τα εύλογα, τείνει να καταστεί καθεστώς στον τόπο μας.
Ένα ακόμη παράδειγμα.
Μαζί με τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού Λαού, ως μηχανικοί δεχθήκαμε τον Σεπτέμβριο του 1997 την ανάθεση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 ως μια μεγάλη ευκαιρία, αλλά και μεγάλη πρόκληση. Και ως Τεχνικό Επιμελητήριο, οργανώσαμε συνέδρια, υποβάλλαμε προτάσεις αποβλέποντας στην κατά τον καλύτερο τρόπο αξιοποίησή της επ’ ωφελεία όλων.
Θυμίζω ότι κατά τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ταχθήκαμε υπέρ των «Ολυμπιακών Αγώνων για την πόλη και τη χώρα» και κατά της αντίληψης «η πόλη και η χώρα στην υπηρεσία των Ολυμπιακών Αγώνων».
Καθυστερήσεις, αναποφασιστικότητες, διαρκείς αλλαγές σε διοικήσεις και αποφάσεις, μας έχουν οδηγήσει στο σημείο να τρέχουμε εκβιαζόμενοι να προλάβουμε, όπως-όπως, να είμαστε έτοιμοι το 2004. Και δεν είμαστε εμείς που θα αμφισβητήσουμε τις διαβεβαιώσεις των καθ’ ύλη αρμοδίων.
Το ερώτημα, όμως, είναι με ποιό κόστος και με ποιές εκπτώσεις έναντι αυτών που είχαμε θέσει ως στόχους;
Οι «εκπτώσεις» - με επίκληση του χρόνου και του κόστους που διαμορφώνει η στενότητά του – είναι πλέον καθημερινές. Όλα αυτά, που μας είχαν τάξει – και είχαμε εμείς εντάξει στην κληρονομιά που θα άφηνε η διοργάνωση των Αγώνων στην πόλη και τη χώρα, βλέπουμε είτε να εγκαταλείπονται, είτε να μετατίθενται ως έργα της μεταολυμπιακής εποχής. Πολύ φοβάμαι ότι ρίπτονται στις καλένδες, απ’ όπου πολύ δύσκολα θα ανασυρθούν στο μέλλον.
Ταυτόχρονα, γινόμαστε κοινωνοί ορισμένων πρακτικών που ξεφεύγουν από τα ειωθότα. Την ίδια στιγμή που καταφεύγουμε με ευκολία και απλοχεριά στην πρόσκληση διεθνώς γνωστών παραγωγών έργων (και θέλω να ξεκαθαρίσω ότι προσωπικά θεωρώ και σκόπιμο και χρήσιμο κάτι τέτοιο), δεν βρίσκουμε τρόπο να αξιοποιήσουμε την έμπνευση και την ικανότητα των Ελλήνων δημιουργών.
Το γεγονός ότι απαξιώνουμε κάθε τι «εδώδιμο» και εξυψώνουμε με περίσσευμα ευκολίας κάθε τι «αποικιακό», δεν μπορεί να βρίσκει σύμφωνο κανέναν.
Η απαξίωση φαίνεται να είναι το «σπορ της εποχής».
Αγαπητοί φίλοι,
Σε κανέναν άλλο τομέα η απαξίωση δεν έχει καταστεί τόσο πρόδηλη, όσο στην Παιδεία μας. Το πρόβλημα είναι γενικότερο, ωστόσο – ο χρόνος και ο χώρος – μου επιβάλει να αυτοπεριοριστώ στα περισσότερο οικεία.
Το ολίσθημα της – ακόμη και γλωσσικώς αδόκιμης – «ανωτατοποίησης», με διάταξη νόμου, των ΤΕΙ δεν έχει ούτε λογική, ούτε προηγούμενο.
Η επίκληση επιχειρημάτων τα οποία δήθεν αντλούνται από τα ισχύοντα σε άλλες χώρες, θα πρέπει να αποδοθούν (στην καλύτερη περίπτωση) σε άγνοια των «μεταφραστών» και κατά συνέπεια σε κακή «μετάφραση». Αυτή είναι η επιεικής εκδοχή.
Δύσκολα να τη χρησιμοποιήσει κανείς όταν είναι έκδηλη – και σε πολλά «μέτωπα» εκδηλούμενη – η συστηματική προσπάθεια υποβάθμισης των διπλωματούχων μηχανικών, η απαξίωση της επιστημονικής γνώσης, η ισοπέδωση όλων.
Οι συνέπειες είναι ορατές, φοβόμαστε ότι θα καταλήξουν και τραγικές. Σε μια εποχή που ο ανταγωνισμός οξύνεται και η μόνη άμυνα που μπορεί να αντιπαρατεθεί είναι η διαρκής ενίσχυση της γνώσης, εμείς παίρνουμε την αντίθετη κατεύθυνση.
Θέλω να πιστεύω ότι όσοι εργάστηκαν γι’ αυτό το πισογύρισμα κατά το προηγούμενο διάστημα, θα συνειδητοποιούν ήδη το λάθος τους και θα θελήσουν να το διορθώσουν. Δεν αισιοδοξώ καθόλου, γι’ αυτό και καλώ όλους τους μηχανικούς, το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας, αλλά και την Κοινή Γνώμη, να βρίσκεται σε εγρήγορση.
Η Παιδεία δεν είναι υπόθεση κανενός. Είναι θέμα όλων. Ζήτημα μείζον.
Πρόθεσή μας – και θα το πράξουμε σύντομα με συγκεκριμένη πρόταση – είναι να δημιουργηθεί στο Τεχνικό Επιμελητήριο ειδική Διεύθυνση Τεχνικής Εκπαίδευσης, στελεχωμένη σε μόνιμη βάση, που θα συνεπικουρείται από συναδέλφους με ιδιαίτερη κατάρτιση και πείρα, αλλά και από εκπροσώπους των άλλων επιστημονικών Επιμελητηρίων της χώρας και φυσικά εκπροσώπους των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.
Η Διεύθυνση αυτή θα συγκεντρώνει και θα επεξεργάζεται στοιχεία και πληροφορίες, θα παράγει προτάσεις, προσαρμοσμένες στις ανάγκες και εξελίξεις της οικονομίας, της τεχνικής και της κοινωνίας, με στόχο την εισαγωγή τους στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.
Ουσιαστικά, θέλουμε να δημιουργήσουμε έναν μηχανισμό που θα προλαβαίνει τις καταστάσεις, θα διαβλέπει, θα υποβοηθά με τρόπο συστηματικό και συγκροτημένο, όσους στο μέλλον θα διαχειρίζονται τις τύχες της Παιδείας μας.
Ελπίζω ότι σ’ αυτή την κατεύθυνση θα στέρξουν ακόμη και αυτοί που έως σήμερα δεν έστρεψαν ευήκοον ους στην κατεύθυνση του Τεχνικού Επιμελητηρίου.
Κυρίες και Κύριοι,
Μια σειρά από άλλα, εξίσου σημαντικά για το κοινωνικό σύνολο θέματα, θα μπορούσαν να δώσουν παράταση σ’ αυτή την ομιλία. Σκοπεύω να μην το κάνω. Άλλωστε, θα μας δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε αρκετά – ελπίζω και να πράξουμε περισσότερα – στο αμέσως προσεχές διάστημα. Και ελπίζω, στο εξής, οι συγκεντρώσεις μας να έχουν την ίδια με τη σημερινή μαζικότητα.
Ωστόσο, πριν βάλω «τελεία και παύλα» σήμερα, θέλω να σταθώ σε κάτι ακόμη.
Στην Ελλάδα, στη χώρα του «ότι δηλώσεις είσαι», το προφανές, το αυτονόητο και το αυταπόδεικτο, πρέπει να υπενθυμίζονται συνεχώς.
Αν αυτό ισχύει γενικότερα, στην περίπτωση των μηχανικών τείνει να καταστεί κανόνας.
Όταν ένας επιστημονικός Οργανισμός, όπως το Τεχνικό Επιμελητήριο, υποχρεώνεται να καταφεύγει ακόμη και στη διοργάνωση Ημερίδων ή Συνεδρίων αφιερωμένων αποκλειστικά στην παρουσίαση του ρόλου, του έργου και της δράσης των μελών του (συνέβη και αυτό τα τελευταία χρόνια), αντιλαμβάνεται κανείς ότι το πρόβλημα της απαξίωσης έχει προσλάβει διαστάσεις χιονοστιβάδας. Πρόκειται, όμως, για μια χιονοστιβάδα που απειλεί ευρύτερα την αναπτυξιακή πορεία της χώρας. Και αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Ο μηχανικός στην Ελλάδα, ως υπάλληλος του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα, ως ελεύθερος επαγγελματίας, μελετητής, κατασκευαστής ιδιωτικών και δημοσίων έργων, βρίσκεται στις ημέρες μας υπό απηνή διωγμό. Σε μια χώρα, όπου οι μηχανικοί και τα έργα τους ήσαν στο προσκήνιο της κοινωνίας και επώνυμα, κατέληξαν να εμφανίζονται «με το όνομά τους», οσάκις ορισμένοι διαχειριστές της εκτελεστικής εξουσίας θέλουν να αυτοπροβληθούν ως δήθεν «φύλακες» των κοινών συμφερόντων. Το φαινόμενο τείνει να καταστεί «καθεστώς», καθώς με τέτοιες αντιλήψεις προχωρά, συστηματικά πλέον, η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία στη διαμόρφωση του πλαισίου άσκησης του επαγγέλματος των μηχανικών.
Αναμφισβήτητα, κορφή του «παγόβουνου» είναι το διαβόητο άρθρο 286 του Ποινικού Κώδικα, με το οποίο – πέραν κάθε επιστημονικής και λογικής προσέγγισης και κατά παράβαση στοιχειωδών συνταγματικών κανόνων – ποινικοποιήθηκε η δουλειά των μηχανικών επ’ αόριστο. Παραβλέποντας (σκοπίμως) ότι η δράση αυτής της ομάδας παραγωγών, καθορίζεται από ένα νομοθετικό πλαίσιο που συνεχώς μεταβάλλεται, είτε γιατί μεταβάλλεται ο κοινωνικοοικονομικός σχηματισμός, είτε γιατί έτσι επιβάλουν οι εξελίξεις της τεχνολογίας και της τεχνικής, άρα η νεότερη επιστημονική γνώση.
Οι μηχανικοί, όπως έχει τονιστεί επανειλημμένα από την ηγεσία του Τεχνικού Επιμελητηρίου, δεν αρνούνται, ούτε επιθυμούν να υπεκφεύγουν από τις ευθύνες τους. Δεν χρειάζονται ούτε προστάτες, ούτε προστατευτισμούς. Είναι ικανοί, έχουν τη γνώση και την εμπειρία να αντιμετωπίσουν και τον ανταγωνισμό και τις απαιτήσεις που η διαρκής εξέλιξη φέρνει.
Εκείνο, όμως, που απαιτούν – και το οποίο θα προασπίσουν με κάθε τρόπο – είναι να υπάρξει σαφές νομοθετικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι ίδιοι θα παράγουν και θα ελέγχονται για το παραγόμενο προϊόν τους με κριτήρια επιστημονικά.
Οι μηχανικοί – και πριν απ’ όλα το Τεχνικό Επιμελητήριο – αρνούνται να δεχθούν τη συστηματική, πλέον, παράβλεψη ή περιγραφή της νομοθεσίας, που με διάφορες προφάσεις και πρακτικές, έχει διαμορφώσει συνθήκες “ζούγκλας”, σε μια εποχή που ορισμένοι διατείνονται ότι βαδίζουμε στο δρόμο του εκσυγχρονισμού.
Οι αδιαφανείς, αυθαίρετες και συχνά εκτός νόμου διαδικασίες, γίνονται η κυρίαρχη άποψη και πρακτική ενός συνεχώς διευρυνόμενου κύκλου διαχειριστών της εξουσίας. Και αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί.
Ο ρόλος των μηχανικών – και ευρύτερα των παραγωγών – είναι ανάγκη και να τονιστεί και να επαναπροσδιοριστεί.
Και αυτό δεν είναι ευθύνη αποκλειστικά και μόνο του Τεχνικού Επιμελητηρίου. Είναι ευθύνη όλων των μηχανικών. Πολύ περισσότερο όταν – και θα πρέπει να το πούμε ξεκάθαρα – δεν είναι λίγοι οι μηχανικοί, που προσφέρουν τις «καλές τους υπηρεσίες», προς αυτούς που συστηματικά επιδιώκουν την απαξίωση των Ελλήνων τεχνικών. Οι μηχανικοί αποτελούν βασικούς παράγοντες της κοινωνικής και οικονομικής ζωής του τόπου και πρέπει να το υπενθυμίζουν αποφασιστικά σε όσους συστηματικά υπονομεύουν την υπόσταση και το ρόλο τους.
Σας ευχαριστώ.
Εύχομαι σε όλους υγεία και μια δημιουργική χρονιά.